“Wings!!!. He needed wings. Daedalus began to gather all the bird feathers he could find. He glued them together with wax. When two pairs of wings were ready, he warned his young son not to fly too close to the sun or the wax would melt.”

Icarus and Daedalus Wings

Τα Φτερά του Ίκαρου και του Δαίδαλου / Icarus & Daedalus Wings

Τα Φτερά του Ίκαρου και του Δαίδαλου / Icarus & Daedalus Wings 

*** 


    Μια φορά κι έναν καιρό, πριν από πολύ καιρό, ζούσε ένας τ​α​λ​α​ν​τ​ο​ύ​χ​ο​ς​ κ​α​λ​λ​ι​τ​έ​χ​ν​η​ς​.​ Το όνομά του ήταν ο Δαίδαλος. Χ​ρ​η​σ​ι​μ​ο​π​ο​ί​η​σ​ε​ την τέχνη του για να κάνει κτίρια και ναούς. Ήταν ίσως ο καλύτερος α​ρ​χ​ι​τ​έ​κ​τ​ο​ν​α​ς​ της εποχής του.     Once upon a time, a long time ago, there lived a talented artist. His name was Daedalus. He used his art to make buildings and temples. He was probably the finest architect of his time.
    Ο βασιλιάς Μίνως κάλεσε τον Δαίδαλο στο όμορφο νησί της Κρήτης. Ο βασιλιάς ήθελε τον Δαίδαλο να χτίσει ένα λαβύρινθο, ένα Λαβύρινθο, ως σπίτι για το αγαπημένο κ​α​τ​ο​ι​κ​ί​δ​ι​ο​ του βασιλιά, τον Μινώταυρο. Ο Μ​ι​ν​ώ​τ​α​υ​ρ​ο​ς​ ήταν ένα φρικτό τέρας, με κεφάλι ταύρου σε ανθρώπινο σώμα. Ο βασιλιάς αγαπούσε αυτό το φοβερό τέρας και ήθελε να έχει ένα όμορφο σπίτι.     King Minos invited Daedalus to the lovely island of Crete. The king wanted Daedalus to build a maze, a Labyrinth, as a home for the king's beloved pet, the Minotaur. The Minotaur was a horrible monster, with the head of a bull on a human body. The king loved that awful monster and wanted him to have a lovely home.
    Ο Δαίδαλος ήταν έκπληκτος με την επιλογή του βασιλιά, αλλά, η δουλειά είναι δουλειά. Ο Δαίδαλος σχεδίαζε να κάνει τον λαβύρινθο μια πρόκληση, τόσο περίπλοκη, ώστε όποιος έμπαινε σε αυτόν θα χανόταν μέχρι τελικά να διασωθεί. Με αυτόν τον τρόπο, ο βασιλιάς θα ήταν ε​υ​τ​υ​χ​ι​σ​μ​έ​ν​ο​ς​,​ το τέρας θα χαιρόταν και οι άνθρωποι θα ήταν ασφαλείς. Ο Δαίδαλος δεν είχε καμία αμφιβολία ότι μπορούσε να σχεδιάσει έναν τέτοιο λαβύρινθο. Ήταν π​ρ​α​γ​μ​α​τ​ι​κ​ά​ ένας καλός α​ρ​χ​ι​τ​έ​κ​τ​ο​ν​α​ς​.​     Daedalus was a bit amazed at the king's choice of pet, but a job was a job. Daedalus planned to make the maze a challenge, so complicated that anyone who entered it would be lost until rescued. That way, the king would be happy, the monster would be contained, and the people would be safe. Daedalus had no doubt he could design such a maze. He really was a fine architect.
    Ο Δαίδαλος πήρε μαζί του τον νεαρό γιο του Ίκαρο. Ήταν σίγουρος ότι το παιδί θα απολαύσει το κολύμπι και θα παίζει με τα άλλα παιδιά του νησιού. Τόσο ο Δαίδαλος όσο και ο Ικαρος ήταν ε​υ​τ​υ​χ​ι​σ​μ​έ​ν​ο​ι​ που είχαν πάει στην Κρήτη. Ο βασιλιάς Μίνως τον ε​υ​χ​α​ρ​ί​σ​τ​η​σ​ε​ για τον λαβύρινθο που έκανε. Ήταν ήσυχα και πολύ ευχάριστα στο νησί. Ο Δαίδαλος δεν βιάστηκε να φύγει.     Daedalus brought his young son Icarus with him. He was sure the child would enjoy swimming and playing with the other children on the island. Both Daedalus and Icarus were happy they had come. King Minos was happy with his maze. It was peaceful and pleasant on the island. Daedalus was in no hurry to leave.
    Μια μέρα, μια ομάδα Ελλήνων έφτασε με καράβι στο νησί. Την επόμενη μέρα, ε​π​έ​σ​τ​ρ​ε​ψ​α​ν​ με ασφάλεια, π​α​ί​ρ​ν​ο​ν​τ​α​ς​ μαζί τους την όμορφη κόρη του βασιλιά και αφήνοντας πίσω τους νεκρό τον Μινώταυρο.     One day, a group of Greek people sailed to the island. The next day, they sailed safely away, taking with them the king's lovely daughter, and leaving behind them one dead Minotaur.
    Ο βασιλιάς Μίνως στεκόταν δίπλα του με θλίψη. Δεν πίστευε ότι κάποιος θα μπορούσε να μπει στο λαβύρινθο και να δ​ρ​α​π​ε​τ​ε​ύ​σ​ε​ι​ ζωντανός χωρίς βοήθεια από κάποιον, π​ι​θ​α​ν​ό​τ​α​τ​α​ να βοηθήθηκε από τον άνθρωπο που είχε σχεδιάσει το λαβύρινθο. (Στην π​ρ​α​γ​μ​α​τ​ι​κ​ό​τ​η​τ​α​,​ τα παιδιά από την Ελλάδα είχαν βοήθεια αλλά όχι από τον Δαίδαλο) Ο βασιλιάς Μίνως τιμώρησε τον αθώο Δαίδαλο κρατώντας και αυτόν και το νεαρό γιο του (Ικάρος) φ​υ​λ​α​κ​ι​σ​μ​έ​ν​ο​υ​ς​ στο νησί της Κρήτης.     King Minos was beside himself with grief. He did not believe anyone could have entered the maze and escape alive without help from someone, most probably help from the man who had designed the maze in the first place. (Actually, the children did have help, and not from Daedalus. King Minos punished the innocent Daedalus by keeping him and his young son (Icarus) prisoners on the island of Crete.
    Ο Δαίδαλος π​ρ​ο​σ​π​ά​θ​η​σ​ε​ να σκεφτεί τρόπους για να δ​ρ​α​π​ε​τ​ε​ύ​σ​ε​ι​.​ Μια μέρα, ο Δαίδαλος π​α​ρ​α​τ​ή​ρ​η​σ​ε​ τα πουλιά που πετούσαν πάνω από το κεφάλι του και αυτό, του έδωσε μια ιδέα. Φτερά!!!. Χ​ρ​ε​ι​α​ζ​ό​τ​α​ν​ φτερά. Ο Δαίδαλος άρχισε να μαζεύει όλα τα φτερά των πουλιών που μπορούσε να βρει. Τα κόλλησε όλα μαζί με κερί. Όταν δύο ζεύγη φτερών ήταν έτοιμα, π​ρ​ο​ε​ι​δ​ο​π​ο​ί​η​σ​ε​ τον μικρό γιο του να μην πετάξει πολύ κοντά στον ήλιο γιατί το κερί θα λειώσει.     Daedalus tried to think of ways to escape. One day, Daedalus noticed birds flying overhead. It gave him an idea. Wings!!!. He needed wings. Daedalus began to gather all the bird feathers he could find. He glued them together with wax. When two pairs of wings were ready, he warned his young son not to fly too close to the sun or the wax would melt.
    Ο Δαίδαλος έδεσε τα φτερά στα χέρια τους. Πήδησαν με τα φτερά τους και ανέβηκαν στον ουρανό, αφήνοντας μακριά πίσω τους το νησί της Κρήτης. Το νερό της θάλασσας άφριζε κάτω όσο μπορούσαν να δουν. Ο ουρανός ήταν γαλανός. Το αεράκι ήταν ζωηρό, π​ε​ρ​ι​σ​σ​ό​τ​ε​ρ​ο​ από αρκετό για να τους κρατήσει στον αέρα. Ήταν υπέροχο!     Daedalus fastened the wings to their arms. They flapped their wings and took to the sky. They left the island of Crete far behind them. Water sparkled beneath them as far as they could see. The sky was blue. The breeze was brisk, more than enough to keep them in the air. It was glorious!
    Ο Ίκαρος πετούσε όλο και ψηλότερα. Πέταξε τόσο ψηλά ώστε πριν καταλάβει καλά –καλά τι συμβαίνει, ο ήλιος είχε αρχίσει να λιώνει το κερί στα φτερά του. Ο Ίκαρος α​ι​σ​θ​ά​ν​θ​η​κ​ε​ ότι πέφτει. Άρχισε να κουνά πάνω κάτω τα χέρια του όλο πιο γρήγορα, αλλά, αυτό δεν τον βοήθησε. Ο καημένος ο Ίκαρος βυθίστηκε στο νερό και πνίγηκε.     Icarus flew higher and higher. He flew so high that before he knew what was happening, the sun had begun to melt the wax on his wings. Icarus felt himself falling. He flapped his arms faster and faster. But it was no use. Poor Icarus plunged into the water and drowned.
    Δυστυχώς, ο Δαίδαλος συνέχισε μόνος του.     Sadly, Daedalus continued on alone.

Get the Workshop Guidelines here: DOWNLOAD

Title of the digitized story: Icarus and Daedalus wings

Title of the digitized book: Greek Mythology

Author: Jean Richepin

Other type of responsibilities: Athens

Publisher: Editions Pergaminai

Date of publishing: 1965

Language: Greek

Script: Archaising form of Modern Greek

Format: PDF

URL: /

Rights: Public domain

Description: Deadalus made wings to escape from the Labyrinth. Icarus, fascinated by the flight disobeyed his father’s command and flew high, melting his wings. He fell into the sea and died.

Get the digitized story: DOWNLOAD

Read the story in different languages

Priča o Dedalu i Ikaru

Jednom davno, življaše nadareni umjetnik imena Dedal. Svoju je nadarenost koristio za gradnju nastambi i hramova. Vrlo vjerojatno bijaše najbolji arhitekt svoga vremena.

Kralj Minos ga pozvaše na ljupki otok, Kretu. Kralj je od Dedala želio da mu izgradi labirint za njegova voljenoga ljubimca Minotaura. Minotaur je bio užasno čudovište s glavom bika na ljudskom tijelu. Kralj je volio svog ljubimca i za njega želio lijepi dom.

Dedal se nemalo iznenadio kraljevim odabirom ljubimca, ali posao se teško odbijao. Odlučio je tako Dedal sagraditi labirint toliko zamršen da svatko tko nogom stupi u njega bude beznadno izgubljen. Na taj će način, mišljaše Dedal, kraljevu želju zadovoljiti, Minotaura obuzdati, a narod zaštititi. Ni trenutka Dedal ne sumnjaše u svoje sposobnosti, zaista bijaše vrstan arhitekt.

Dedal je na otok poveo i svoga mladoga sina Ikara. Bio je siguran da će njegovo dijete uživati u plivanju i igri s drugom djecom na otoku. Bijahu tako, Dedal i Ikar, iznimno sretni i zadovoljni što su došli. Naposljetku i kralj Minos bijaše zadovoljan labirintom. Na otoku bijaše mirno i tiho pa se Dedalu nije žurilo otići.

Jednoga dana, družina Grka doplovila je na otok, a sljedećega dana sigurno otplovila povevši sa sobom Minosovu kćer, a ostavivši mrtvoga Minotaura u labirintu.

Kralj je bio van sebe od tuge, nije mogao vjerovati da bi itko bez nečije pomoći mogao ući u labirint učiniti što je učinjeno i išetati živ. Sumnja tako pade na Dedala, koji izgradiše labirint. Uistinu družina je imala pomoć, ali ne Dedalovu. Kako to kralj nije znao, a nije ga previše ni zanimalo, kaznio je Dedala i Ikara zatočivši ih u kulu na otoku Kreti.

Dedal je pokušavao osmisliti način za bijeg. Jednoga dana, uočio je ptice kako ih nadlijeću te mu je sinula ideja. „Krila!“ povikao je. Trebala su mu krila. Dedal tako počeše skupljati sva ptičja pera koja bi ugledao. Voskom ih je lijepio i tako dva puta. Kada je pripremio dva para, upozorio je sina: „Nemoj letjeti preblizu suncu, jer će se vosak rastopiti.“

Pričvrstio je tako Dedal krila za njihove ruke, raširio ih i prije negoli su pomislili vinuli su se u nebeska prostranstva. Sada su već daleko iza sebe ostavili otok Kretu, a voda se ispod njih prostirala dokle im je pogled sezao. Nebo bijaše plavo, povjetarac i više nego dovoljno žustar da ih održi u zraku. Bilo je veličanstveno!

Ikar poleti sve više i više, a na kraju toliko visoko da se nije stigao ni snaći, a sunce je već počelo topiti vosak. Odjednom je osjetio da pada. Mahao je rukama sve brže i brže, ali nije bilo koristi. Jadni Ikar se strmoglavio u more i utopio.

U neizmjernoj tuzi Dedal je nastavio svoj usamljeni let.

______________________________________________________

Get the story in Croatian here: DOWNLOAD

Las alas de Ícaro y Dédalo

Érase una vez, hace mucho tiempo, un artista con talento. Su nombre era Dédalo e hizo uso de su arte para construir edificios y templos. Fue probablemente el mejor arquitecto de su época.

El rey Minos invitó a Dédalo a la encantadora isla de Creta, pues quería que construyese un laberinto como hogar para su querida mascota, el Minotauro. El Minotauro era un monstruo horrible, con una cabeza de toro sobre un cuerpo humano. El rey lo amaba y quería que tuviera un bonito hogar.

Dédalo se sorprendió un poco por la elección de mascota del rey, pero un trabajo era un trabajo. Planeó hacer del laberinto un reto, tan complicado que cualquiera que entrase en él se perdería hasta que fuera rescatado. De esa manera, el rey estaría contento, el monstruo estaría encerrado, y la gente estaría a salvo. No tenía la menor duda de que podría diseñar un laberinto así, era un gran arquitecto.

Dédalo trajo consigo a su hijo Ícaro, ya que estaba seguro de que al niño le gustaría nadar y jugar con los otros niños de la isla. Tanto Dédalo como Ícaro estaban contentos de haber venido y el rey Minos estaba contento con su laberinto. La isla era tranquila y agradable, así que Dédalo no tenía prisa por irse.

Un día, un grupo de griegos navegaron hacia la isla. Al día siguiente, zarparon a salvo, llevándose con ellos a la encantadora hija del rey y dejando tras de sí a un Minotauro muerto.

El rey Minos estaba fuera de sí a causa del dolor. No creía que nadie hubiera podido entrar en el laberinto y escapar con vida sin la ayuda de alguien y muy probablemente aquella había sido la ayuda del hombre que había diseñado el laberinto en primer lugar. Sí, los muchachos fueron ayudados, pero no por Dédalo. Aun así, el rey Minos castigó al inocente Dédalo manteniéndolo a él y a su hijo pequeño, Ícaro, prisioneros en la isla de Creta.

Dédalo trató de pensar en cómo escapar. Un día, se fijó en los pájaros que volaban en el cielo y le dieron una idea: ¡Alas! Necesitaba unas alas. Dédalo comenzó a reunir todas las plumas de pájaro que pudo encontrar y las pegó con cera. Cuando tuvo dos pares de alas listas, advirtió a su hijo pequeño que no volara demasiado cerca del sol o la cera se derretiría.

Dédalo sujetó las alas a sus brazos, las agitaron y levantaron el vuelo hacia el cielo. Dejaron la isla de Creta muy atrás, el agua brillaba debajo de ellos hasta donde podían ver. El cielo era azul y la brisa era fuerte, más que suficiente para mantenerlos en el aire. ¡Era glorioso!

Ícaro volaba cada vez más alto, tan alto que antes de que se diera cuenta de lo que estaba sucediendo, el sol había comenzado a derretir la cera de sus alas. Sintió cómo caía y movió los brazos cada vez más rápido, pero no sirvió de nada. El pobre se sumergió en el agua y se ahogó.

Tristemente, Dédalo continuó solo.

______________________________________________________

Get the story in Spanish here: DOWNLOAD

Ikara un Daidala spārni

Reiz sensenos laikos pirms daudziem gadsimtiem dzīvoja kāds mākslinieks. Viņa vārds bija Daidals. Viņš pielietoja savas mākslinieka dotības, lai būvētu ēkas un tempļus. Iespējams, ka viņš bija sava laika prasmīgākais arhitekts.

Karalis Mīnojs ielūdza Daidalu uz brīnišķīgo Krētas salu. Karalis vēlējās, lai Daidals uzbūvē labirintu, kas kļūtu par mājām karaļa iemīļotajam dzīvniekam – Mīnotauram. Mīnotaurs bija šausmīgs monstrs, kuram bija vērša galva uz cilvēka ķermeņa. Karalis mīlēja šo briesmīgo monstru un vēlējās, lai tam būtu brīnišķīga mītne.

Daidals bija mazliet pārsteigts par karaļa mīļdzīvnieka izvēli, tomēr darbs paliek darbs. Daidals iecerēja padarīt labirintu par izaicinājumu – tik sarežģītu, ka ikviens, kas tajā ieiet, maldītos pa to tik ilgi, līdz tiktu izglābts. Tādā veidā karalis būtu laimīgs, briesmonis tiktu savaldīts, un cilvēki varētu dzīvot drošībā. Daidals nešaubījās, ka viņš spēs izprojektēt tādu labirintu. Viņš patiešām bija izcils arhitekts.

Daidals atveda sev līdzi savu jauno dēlu Ikaru. Viņš bija pārliecināts, ka  bērns uz salas izbaudīs peldēšanās priekus un rotaļāsies ar citiem bērniem. Gan Daidals, gan Ikars bija laimīgi, ka ir šeit ieradušies. Karalis Mīnojs priecājās par savu labirintu. Dzīve uz salas bija mierīga un jauka. Daidals nesteidzās doties projām.

Kādu dienu uz salu atkuģoja grupa grieķu. Nākamajā dienā viņi netraucēti aizbrauca, paņemot līdzi karaļa skaisto meitu, bet atstājot aiz sevis nonāvēto Mīnotauru.

Karalis Daidals bija gluži vai prātu zaudējis aiz bēdām. Viņš nespēja noticēt, ka jebkāds būtu varējis iekļūt labirintā un izglābties, nesaņemot palīdzību – visdrīzāk palīdzību varēja būt sniedzis pats labirinta būvētājs. (Īstenībā palīdzību bija snieguši bērni, nevis pats Daidals.) Karalis Mīnojs sodīja nevainīgo Daidalu, paturot viņu un viņa jauno dēlu Ikaru kā gūstekņus uz Krētas salas.

Daidals centās izgudrot veidu, kā varētu izglābties. Kādu dienu viņš pamanīja virs galvas lidojam putnus. Tā viņam iešāvās prātā ideja. Spārni!!! Viņam nepieciešami spārni. Daidals sāka vākt kopā visas putnu spalvas, kas vien bija atrodamas. Viņš tās salīmēja ar vasku. Kad divi pāri spārnu bija izgatavoti, viņš brīdināja savu jauno dēlu nelidot pārāk tuvu saulei, jo vasks sāks kust.

Daidals piestiprināja spārnus viņiem abiem pie rokām. Viņi savicināja spārnus un traucās pretī debesīm. Krētas sala palika tālu aiz muguras. Ūdens vizēja zem viņiem, cik vien tālu sniedzās skats. Debesis bija zilas. Pūta viegls vējiņš, tas ļāva viņiem pilnīgi droši noturēties gaisā. Tas bija brīnišķīgi!

Ikars lidoja arvien augstāk un augstāk. Viņš uzlidoja tik augstu, ka, pirms viņš spēja apjaust notiekošo, saule bija sākusi kausēt vasku uz viņa spārniem. Ikars juta, ka sāk krist. Viņš vicināja spārnus arvien ātrāk un ātrāk – bet nekas nelīdzēja. Nabaga Ikars iegāzās ūdenī un noslīka.

Noskumušajam Daidalam nācās turpināt lidojumu vienatnē.

______________________________________________________

Get the story in Latvian here: DOWNLOAD

Τα Φτερά του Ίκαρου και του Δαίδαλου

Μια φορά κι έναν καιρό, πριν από πολύ καιρό, ζούσε ένας ταλαντούχος καλλιτέχνης. Το όνομά του ήταν ο Δαίδαλος. Χρησιμοποίησε την τέχνη του για να κάνει κτίρια και ναούς. Ήταν ίσως ο καλύτερος αρχιτέκτονας της εποχής του.

Ο βασιλιάς Μίνως κάλεσε τον Δαίδαλο στο όμορφο νησί της Κρήτης. Ο βασιλιάς ήθελε τον Δαίδαλο να χτίσει ένα λαβύρινθο, ένα Λαβύρινθο, ως σπίτι για το αγαπημένο κατοικίδιο του βασιλιά, τον Μινώταυρο. Ο Μινώταυρος ήταν ένα φρικτό τέρας, με κεφάλι ταύρου σε ανθρώπινο σώμα. Ο βασιλιάς αγαπούσε αυτό το φοβερό τέρας και ήθελε να έχει ένα όμορφο σπίτι.

Ο Δαίδαλος ήταν έκπληκτος με την επιλογή του βασιλιά, αλλά, η δουλειά είναι δουλειά. Ο Δαίδαλος σχεδίαζε να κάνει τον λαβύρινθο μια πρόκληση, τόσο περίπλοκη, ώστε όποιος έμπαινε σε αυτόν θα χανόταν μέχρι τελικά να διασωθεί. Με αυτόν τον τρόπο, ο βασιλιάς θα ήταν ευτυχισμένος, το τέρας θα χαιρόταν και οι άνθρωποι θα ήταν ασφαλείς. Ο Δαίδαλος δεν είχε καμία αμφιβολία ότι μπορούσε να σχεδιάσει έναν τέτοιο λαβύρινθο. Ήταν πραγματικά ένας καλός αρχιτέκτονας.

Ο Δαίδαλος πήρε μαζί του τον νεαρό γιο του Ίκαρο. Ήταν σίγουρος ότι το παιδί θα απολαύσει το κολύμπι και θα παίζει με τα άλλα παιδιά του νησιού. Τόσο ο Δαίδαλος όσο και ο Ικαρος ήταν ευτυχισμένοι που είχαν πάει στην Κρήτη. Ο βασιλιάς Μίνως τον ευχαρίστησε για τον λαβύρινθο που έκανε. Ήταν ήσυχα και πολύ ευχάριστα στο νησί. Ο Δαίδαλος δεν βιάστηκε να φύγει.

Μια μέρα, μια ομάδα Ελλήνων έφτασε στο νησί. Την επόμενη μέρα, επέστρεψαν με ασφάλεια, παίρνοντας μαζί τους την όμορφη κόρη του βασιλιά και αφήνοντας πίσω τους νεκρό τον Μινώταυρο.

Ο βασιλιάς Μίνως στεκόταν δίπλα του με θλίψη. Δεν πίστευε ότι κάποιος θα μπορούσε να μπει στο λαβύρινθο και να δραπετεύσει ζωντανός χωρίς βοήθεια από κάποιον, πιθανότατα να βοηθήθηκε από τον άνθρωπο που είχε σχεδιάσει το λαβύρινθο. (Στην πραγματικότητα, τα παιδιά από την Ελλάδα είχαν βοήθεια αλλά όχι από τον Δαίδαλο) Ο βασιλιάς Μίνως τιμώρησε τον αθώο Δαίδαλο κρατώντας και αυτόν και το  νεαρό γιο του (Ικάρος) φυλακισμένους στο νησί της Κρήτης.

Ο Δαίδαλος προσπάθησε να σκεφτεί τρόπους για να δραπετεύσει. Μια μέρα, ο Δαίδαλος παρατήρησε τα πουλιά που πετούσαν πάνω από το κεφάλι του και αυτό, του έδωσε μια ιδέα. Φτερά!!!. Χρειαζόταν φτερά. Ο Δαίδαλος άρχισε να μαζεύει όλα τα φτερά των πουλιών που μπορούσε να βρει. Τα κόλλησε όλα μαζί με κερί. Όταν δύο ζεύγη φτερών ήταν έτοιμα, προειδοποίησε τον μικρό γιο του να μην πετάξει πολύ κοντά στον ήλιο γιατί το κερί θα λειώσει.

Ο Δαίδαλος έδεσε τα φτερά στα χέρια τους. Πήδησαν με τα φτερά τους και ανέβηκαν στον ουρανό, αφήνοντας μακριά πίσω τους το νησί της Κρήτης. Το νερό της θάλασσας άφριζε κάτω όσο μπορούσαν να δουν. Ο ουρανός ήταν γαλανός. Το αεράκι ήταν ζωηρό, περισσότερο από αρκετό για να τους κρατήσει στον αέρα. Ήταν υπέροχο!

Ο Ίκαρος πετούσε όλο και ψηλότερα. Πέταξε τόσο ψηλά ώστε πριν καταλάβει καλά –καλά τι συμβαίνει, ο ήλιος είχε αρχίσει να λιώνει το κερί στα φτερά του. Ο Ίκαρος αισθάνθηκε ότι πέφτει. Άρχισε να κουνά πάνω κάτω τα χέρια του όλο πιο γρήγορα, αλλά, αυτό δεν τον βοήθησε. Ο καημένος ο Ίκαρος βυθίστηκε στο νερό και πνίγηκε.

Δυστυχώς, ο Δαίδαλος συνέχισε μόνος του.

_____________________________________________________

Get the story in Greek here: DOWNLOAD

Icarus & Daedalus Wings

Once upon a time, a long time ago, there lived a talented artist. His name was Daedalus. He used his art to make buildings and temples. He was probably the finest architect of his time.

King Minos invited Daedalus to the lovely island of Crete. The king wanted Daedalus to build a maze, a Labyrinth, as a home for the king’s beloved pet, the Minotaur. The Minotaur was a horrible monster, with the head of a bull on a human body. The king loved that awful monster and wanted him to have a lovely home.

Daedalus was a bit amazed at the king’s choice of pet, but a job was a job. Daedalus planned to make the maze a challenge, so complicated that anyone who entered it would be lost until rescued. That way, the king would be happy, the monster would be contained, and the people would be safe. Daedalus had no doubt he could design such a maze. He really was a fine architect.

Daedalus brought his young son Icarus with him. He was sure the child would enjoy swimming and playing with the other children on the island. Both Daedalus and Icarus were happy they had come. King Minos was happy with his maze. It was peaceful and pleasant on the island. Daedalus was in no hurry to leave.

One day, a group of Greek people sailed to the island. The next day, they sailed safely away, taking with them the king’s lovely daughter, and leaving behind them one dead Minotaur.

King Minos was beside himself with grief. He did not believe anyone could have entered the maze and escape alive without help from someone, most probably help from the man who had designed the maze in the first place. (Actually, the children did have help, and not from Daedalus. King Minos punished the innocent Daedalus by keeping him and his young son (Icarus) prisoners on the island of Crete.

Daedalus tried to think of ways to escape. One day, Daedalus noticed birds flying overhead. It gave him an idea. Wings!!!. He needed wings. Daedalus began to gather all the bird feathers he could find. He glued them together with wax. When two pairs of wings were ready, he warned his young son not to fly too close to the sun or the wax would melt.

Daedalus fastened the wings to their arms. They flapped their wings and took to the sky. They left the island of Crete far behind them. Water sparkled beneath them as far as they could see. The sky was blue. The breeze was brisk, more than enough to keep them in the air. It was glorious!

Icarus flew higher and higher. He flew so high that before he knew what was happening, the sun had begun to melt the wax on his wings. Icarus felt himself falling. He flapped his arms faster and faster. But it was no use. Poor Icarus plunged into the water and drowned.

Sadly, Daedalus continued on alone.

______________________________________________________

Get the story in English here: DOWNLOAD

Get the E-book!

Get the E-book of all the stories in English. Children's drawings included!

Enjoy reading!

Font Resize
Contrast